• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: tired out, tire out

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tired out,
tired-out
adj
informal (exhausted)που έχει κουραστεί περίφρ
  κουρασμένος μτχ πρκ
 (πιο έντονο)που έχει εξαντληθεί περίφρ
  εξαντλημένος, εξουθενωμένος μτχ πρκ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 I'm tired out after a long day's work.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tire [sb] out vtr phrasal sep(make exhausted)εξουθενώνομαι, εξαντλούμαι, κουράζομαι ρ αμ
 Every time I look after her kids they tire me out. Taking the underground every day tires me out.
tire out vi phrasal(become exhausted)εξουθενώνω, εξαντλώ, κουράζω ρ μ
 I tired out after I had walked for a few miles.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tired out στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «tired out».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!